Διαλειμματική νηστεία: Γιατί τελικά δεν είναι πιο αποτελεσματική από τις κλασσικές δίαιτες - Τι δείχνει νέα μεγάλη ανάλυση



Της Βίκυς Κουρλιμπίνη

Η διαλειμματική νηστεία τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει φανατικό κοινό, με πολλούς να τη θεωρούν την πιο αποτελεσματική για απώλεια βάρους, βελτίωση μεταβολικής υγείας και - σε ορισμένες περιπτώσεις - επιβράδυνση της γήρανσης. Ωστόσο, νέα μεγάλη επιστημονική ανασκόπηση έρχεται να μετριάσει τις προσδοκίες.

Σύμφωνα με ανάλυση 22 διεθνών μελετών, η διαλειμματική νηστεία δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε σύγκριση με τις συμβατικές υποθερμιδικές δίαιτες, ενώ εμφανίζει οριακά καλύτερα αποτελέσματα ακόμη και σε σχέση με την απουσία δίαιτας.

Η ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε από το Cochrane Institute, βασίστηκε σε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές με τη συμμετοχή 1.995 ενηλίκων από την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νότια Αμερική. Οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικές εκδοχές διαλειμματικής νηστείας: νηστεία μέρα παρά μέρα, το μοντέλο 5:2 (δύο ημέρες νηστείας την εβδομάδα) και τη χρονικά περιορισμένη σίτιση.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα άτομα με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία που ακολούθησαν διαλειμματική νηστεία έχασαν κατά μέσο όρο περίπου 3% του σωματικού τους βάρους, ποσοστό χαμηλότερο από το 5% που θεωρείται κλινικά ουσιαστικό από την ιατρική κοινότητα. Παράλληλα, η απώλεια βάρους ήταν αντίστοιχη με εκείνη που επιτυγχάνεται με κλασσικές δίαιτες.

"Η διαλειμματική νηστεία δεν αποτελεί θαυματουργή λύση, αλλά μπορεί να είναι μία επιλογή μεταξύ άλλων για τη διαχείριση βάρους", σημειώνει ο επικεφαλής της μελέτης, Dr Luis Garegnani, διευθυντής του Cochrane Associate Centre στο Μπουένος Άιρες. Όπως επισημαίνει, τα αποτελέσματα δεν δείχνουν ότι υπερέχει των παραδοσιακών διατροφικών προσεγγίσεων - αλλά ούτε ότι υστερεί σημαντικά έναντι αυτών, μεταδίδει ο Guardian.

Η δημοφιλία της διαλειμματικής νηστείας έχει ενισχυθεί από ισχυρισμούς ότι συμβάλλει όχι μόνο στην απώλεια κιλών αλλά και στη βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας, της φυσικής κατάστασης και ακόμη και στη μακροζωία. Ωστόσο η ανασκόπηση δεν εντόπισε ισχυρές ενδείξεις ότι η μέθοδος βελτιώνει την ποιότητα ζωής περισσότερο από άλλες δίαιτες.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη διάρκεια και την ποιότητα των μελετών. Οι περισσότερες ήταν βραχυπρόθεσμες - έως 12 μήνες - και, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Επιπλέον, καμία από τις 22 μελέτες δεν αξιολόγησε την ικανοποίηση των συμμετεχόντων από το διατροφικό μοντέλο που ακολουθούσαν, στοιχείο κρίσιμο για τη βιωσιμότητα μιας δίαιτας.

Η Dr Zhila Semnani-Azad από το National University of Singapore επισημαίνει ότι ο χρονισμός της νηστείας ενδέχεται να παίζει ρόλο, καθώς ο κιρκαδικός ρυθμός συνδέεται στενά με τον μεταβολισμό. Πειραματικές μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η νηστεία μπορεί να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και να μειώσει τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες.

Πηγή: Capital.gr