Chosen #7: Μ και Α = ΜΑ
Δεν έχει πολλή σημασία το αληθινό μου όνομα, σημασία έχει αυτή η αληθινή ιστορία, η ιστορία μιας υιοθεσίας, με όλα τα περίεργα, διαφορετικά και έντονα συναισθήματα που την περιβάλλουν. Μια ιστορία που σκοπό δεν έχει να επικεντρωθεί σε μια γυναίκα ή σε ένα άντρα ή σε μια σχέση, παρά μόνο στο παιδί που πρόκειται να βρει μια αγκαλιά και ένα διαφορετικό μέλλον σε μια οικογένεια.
Όσο αργά περνά ο καιρός μέχρι να φτάσει το τελικό στάδιο, τόσο γρήγορα γίνονται τα πράγματα μόλις φτάσεις εκεί. Η πρώτη ημέρα της προσαρμογής έφτασε και λίγο πριν τις 11.00 ήμασταν στην είσοδο του ιδρύματος, έτοιμοι για τη νέα εμπειρία της ζωής μας. Μας συνόδευσε στο σπίτι η ψυχολόγος δίνοντας μας και κάποιες συμβουλές ως προς το πώς θα μας αντιμετωπίσει τις πρώτες ημέρες, αλλά και πως θα μας φερθούν τα υπόλοιπα παιδιά, τα οποία νιώθουν απόρριψη όταν ένα ζευγάρι έρχεται για ένα άλλο παιδάκι. Τα πρωινά, μας είπε, είναι πιο εύκολα καθώς τα μεγάλα παιδιά είναι στο σχολείο. Στο δρόμο μέχρι το σπιτάκι ρωτήσαμε ότι προλαβαίναμε, τι να του πούμε, πώς να του μιλήσουμε, αν μπορούμε να τον αγκαλιάσουμε, τι τρώει.
Μην αγχώνεστε, μας είπε, όλα βήμα βήμα θα τα δείτε μόνοι σας.
Μπήκαμε λίγο διστακτικά στο μεγάλο χώρο που βρίσκονται τα παιδιά. Τα σπίτια είναι αρκετά μεγάλα, με 3 μικρά δωμάτια και ένα πολύ μεγάλο χώρο στον οποίο βρίσκονται όλα τα κρεβάτια και χώρος παιχνιδιού. Τον ξεχώρισα αμέσως. Αυτός πάλι, όχι.
Γύρισε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας και αμέσως μετά συνέχισε ανέμελος το παιχνίδι του. Πλησιάσαμε και προσπαθήσαμε να παίξουμε μαζί του. Η υπεύθυνη βάρδιας του σπιτιού τον ενθάρρυνε να κάτσει μαζί μας, να παίξουμε. Μας έφερε ένα παιχνίδι με κρίκους και του είπε να μας δείξει πως μπαίνουν με τη σειρά. Προσπαθούσα να τον παρατηρήσω. Ένα χαρούμενο πλάσμα γεμάτο ενέργεια. Ένας μικρός άνθρωπος που δεν είχε ιδέα τι του συνέβαινε και ποιοι είμαστε. Ένα μωρό, ένα παιδάκι.
Και γύρω μας κι άλλα παιδάκια. Ενώ όλα μας διεκδικούσαν, αυτός ντρεπόταν και μας αγνοούσε επιδεικτικά. Σαν τότε που κάποιος σου άρεσε στο σχολείο και έκανες ότι δεν του δίνεις καθόλου σημασία. Βγήκαμε πάλι στο μπαλκόνι για λίγο, παίξαμε με τα ποδηλατάκια τους. Τι σ αρέσει; Τι δε σου αρέσει; Τι σου λείπει.
«Είμαστε εδώ», του ψιθύρισα.
Σα να του άρεσε ο ψίθυρος, σε ένα σπίτι με τόσα παιδιά όπως καταλαβαίνετε έχει πολλή φασαρία, φωνές, κλάματα, εντάσεις.
Μετά από πέντε λεπτά πάλι πήγε προς την πόρτα για να μπει μέσα στο σπίτι. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, βήμα βήμα, όπως μας είπαν. Μας έδωσαν το φαγητό του, να τον ταΐσουμε. Έδειχνε τόσο μπερδεμένος, όσο και πεινασμένος. Έφαγε σιωπηλά, κοιτάζοντας λοξά την κοπέλα που συνήθως τον ταΐζει.
Μετά το φαγητό έπαιξε λίγο ακόμη με τα παιδάκια και τον πήρανε για μπάνιο. Μου είπαν να μπω μαζί για να δω και να το κάνω εγώ από την επόμενη ημέρα. Του άρεσε πολύ το νερό, γελούσε και χοροπηδούσε. Δε μου φάνηκε δύσκολο, νομίζω ότι με ένα τέτοιο παιδί όλα εύκολα θα ήταν. Άλλαγμα πάνας μετά. Οκ και αυτό, προχωράμε. Πάμε να τον βάλουμε για ύπνο. Θα τον βάλετε στο κρεβάτι του και θα του πείτε, γεια σου, θα έρθουμε ξανά το απόγευμα. Έπεσε αμέσως να κοιμηθεί .
Κι εμείς φύγαμε από την πρώτη μας επίσκεψη γεμάτοι από νέες εικόνες και στιγμές.
Το απόγευμα λοιπόν! Για 15 μέρες.
Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει.
